Ο Antonin Artaud πίστευε ότι το θέατρο ήταν η τέχνη που προσέφερε τις περισσότερες δυνατότητες για την αμφισβήτηση του ψυχολογικού ρεαλισμού που κυριαρχούσε στην καλλιτεχνική πρακτική της εποχής του. Συνέπλευσε με τους σουρεαλιστές στα μέσα της δεκαετίας του 1920, αλλά γρήγορα διαφοροποιήθηκε και αφοσιώθηκε στην τέχνη του θεάτρου από το 1926 έως το 1935, συλλαμβάνοντας και επιχειρώντας να υλοποιήσει το Θέατρο της Σκληρότητας, του οποίου η μοναδική παραγωγή ήταν η παράσταση Οι Τσέντσι [Les Cenci], 1935. Τον όρο «σκληρότητα» (ή «ωμότητα») επέλεξε το 1932 ο Artaud για να περιγράψει τη νέα σύλληψη του θεάτρου του, αφού πρώτα είχε απορρίψει τους όρους «απόλυτο», «αλχημικό» και «μεταφυσικό». Κυκλοφόρησε δύο μανιφέστα για το Θέατρο της Σκληρότητας το 1932 και το 1933, τα οποία συμπλήρωσε με επιστολές, και τα δοκίμια «Το Αλχημικό Θέατρο» (1932), «Για να τελειώνουμε με τα αριστουργήματα» (1933) και «Το Θέατρο και η Πανούκλα» (1934).
Tο Θέατρο της Σκληρότητας του Artaud διαμορφώθηκε υπό την επιρροή των ρηξικέλευθων φιλοσοφικών ιδεών του Friedrich Nietzsche Φρήντριχ Νίτσε σχετικά με την επαναξιολόγηση όλων των παραδεδομένων και ιεραρχημένων αξιών του δυτικού πολιτισμού (ηθικών, λογικών, αισθητικών). Ο Artaud επεδίωξε να ανατρέψει την καθιερωμένη ιεραρχία των εκφραστικών μέσων του θεάτρου, δηλαδή την τυραννία του κειμένου, της λέξης και του νοήματος, προκρίνοντας άλλους εκφραστικούς τρόπους, όπως τη σωματική έκφραση, την κίνηση, τη χειρονομία, τον ρυθμό, τη μουσική, τον χορό. Τις δυνατότητες αυτής της νέας, πρωτογενούς «γλώσσας» του σώματος τις ανακάλυψε στο παραδοσιακό θέατρο του Μπαλί, το οποίο τον ενέπνευσε στην προσπάθειά του να αποκαταστήσει την τελετουργική δύναμη του θεάτρου. Για τον Artaud, το κριτήριο του θεάματος θα έπρεπε να είναι η αισθητηριακή σκληρότητα, όχι η αισθητική απόλαυση. Ωστόσο, δεν εξυμνεί απλώς το πάθος ως αντίθετο του ορθού Λόγου, τη σάρκα ως αντίθετη του πνεύματος. Απεναντίας, υιοθετεί μια μη ιεραρχική, μη δυαδική προσέγγιση στο σώμα και το πνεύμα, μια προσέγγιση που εντοπίζει στο τελετουργικό δράμα πρωτόγονων πολιτισμών. Οραματίζεται το θέατρο ως τον χώρο όπου το σώμα θα αναγεννηθεί ως σκέψη και η σκέψη ως σώμα.
Το Θέατρο της Σκληρότητας συνδέεται, επίσης, με την αιρετική Γνωστική πεποίθηση ότι η ζωή (τόσο η δημιουργία όσο και ο αγώνας για επιβίωση) είναι σκληρή, χωρίς την προοπτική λύτρωσης. Ο Artaud ενδιαφερόταν για την ψυχοφυσική επίδραση αυτών των βιωμάτων στο άτομο, και όχι για το αίμα ή την ωμή βία. Το Θέατρο της Σκληρότητας δεν έχει σχέση με την άσκηση πραγματικής βίας στους ηθοποιούς ή στους θεατές· ο Artaud αντιστεκόταν σε μια ηθική ή σωματική ερμηνεία της ωμότητας. Η παράσταση προσφέρεται ως μια τελετουργική επίκληση. Η θεατρική σκηνή λειτουργεί ως τελετουργικός χώρος, όπου παράγονται εικόνες με τη χρήση των πιο ποικίλων εκφραστικών μέσων.
Μερικές θεατρικές καινοτομίες που εισηγήθηκε ο Artaud ήταν η κατάργηση του ορίου μεταξύ σκηνής και πλατείας, η εκμετάλλευση των τριών διαστάσεων της σκηνής, η αποψυχολογικοποίηση των χαρακτήρων και η επινόηση μιας νέας σκηνικής γλώσσας που θα δίνει έμφαση στην ηχητικότητα και στα αισθητηριακά της στοιχεία.
Ο Artaud δεν κατάφερε να υλοποιήσει επιτυχώς το Θέατρο της Σκληρότητας, αλλά οι ιδέες του αποτέλεσαν ορόσημο για τη μεταπολεμική καλλιτεχνική δημιουργία· το θεωρητικό του έργο Το θέατρο και το είδωλό του αναδείχθηκε σε μανιφέστο της θεατρικής πρωτοπορίας κατά τη διάρκεια των πολιτικών αναταραχών στη Γαλλία της δεκαετίας του 1960. Μετά τον θάνατο του Artaud, θεατρικοί συγγραφείς και καλλιτέχνες, όπως οι Jean Genet [Ζαν Ζενέ], Jean-Louis Barrault [Ζαν Λουί Μπαρρώ], Roger Blin [Ροζέ Μπλαν], Jerzy Grotowski [Γέρζι Γκροτόφσκι] και Fernando Arrabal [Φερνάντο Αρραμπάλ] πειραματίστηκαν με την ιδέα ενός θεάτρου της σκληρότητας. Η παραγωγή του έργου του Peter Weiss [Πέτερ Βάις] Marat / Sade στο Λονδίνο (1964), σε σκηνοθεσία του Peter Brook [Πήτερ Μπρουκ], θεωρείται μια σημαντική απόπειρα εφαρμογής της θεωρίας του Artaud. Με το Θέατρο της Σκληρότητας έχουν συνδεθεί, επίσης, η πειραματική ομάδα The Living Theatre, ο σκηνοθέτης Richard Schechner [Ρίτσαρντ Σέχνερ], η δραματουργία της Sarah Kane [Σάρα Κέιν], καθώς και το σκηνοθετικό έργο του Romeo Castellucci [Ρομέο Καστελλούτσι].